Εδώ παρουσιάζω τους δίσκους που θα ήθελα να πάρω μαζί μου στον παράδεισο. Είναι οι αγαπημένοι μου δίσκοι δηλαδή! Μιας και όμως δεν υπάρχει παράδεισος... Μιας και αν υπήρχε δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να τους κουβαλήσω ή να τους έχω μαζί μου έστω σε ψηφιακή μορφή... Τους μοιράζομαι εδώ, μαζί σας... Και με την αιωνιότητα!
Όταν βγήκε αυτός ο δίσκος στο
μουσικό στερέωμα μεσουρανούσαν οι Nirvana, οι οποίοι είχαν καταφέρει να αλλάξουν εντελώς το
περιεχόμενο της έκφρασης Alternative,
δημιουργώντας ένα πρόβλημα τοποθέτησης στους υπόλοιπους εναλλακτικούς που
απείχαν από τις σκληρές κιθάρες, τα μακριά μαλλιά και τα βρωμερά ρούχα. Αυτό
είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει μια εσωτερική συζήτηση στη μουσική κολεκτίβα των DepecheMode, όχι πάντα ήρεμη, με τον
DavidGahanνα
προσπαθεί να πείσει το συγκρότημα να βγει προς τα έξω σε μια πιο rockεκδοχή.
Το παρουσιαστικό του εκείνη την εποχή πρόδιδε άλλωστε τις προθέσεις του: μακρύ
μαλλί και δερμάτινα… Ο Gahanήθελε κιθάρες… Σε αυτό το πλαίσιο βγήκε το SongsOf… , το οποίο είναι ένα
κλασικό μεν DMάλμπουμ αλλά με πολλά – πολλά ηχητικά κόλπα που του δίνουν
μια άλλη διάσταση, πιο rockπράγματι αλλά και πολύ καλά δουλεμένη. Από λυρικής άποψης,
τα τραγούδια του δίσκου για μια ακόμα φορά βυθίζονται στους συναισθηματικούς
λαβύρινθους της ατελούς αγάπης, στην οποία προσδίδουν πνευματικές – σχεδόν μεταφυσικές
– διαστάσεις, μπερδεύοντας το προσωπικό συναίσθημα με τη θρησκευτική ευλάβεια.
Ως αποτέλεσμα, όλοι μας αισθανόμαστε πολύ πιο άσχημα από τότε… μέχρι σήμερα!
Εντάξει, η ένταξη αυτού του δίσκου
στην βαλίτσα για τον παράδεισο είναι παραπάνω από προφανής… Και μόνο μια εξήγηση
είναι αρκετή, όχι μόνο γι αυτόν αλλά και για άλλους δίσκους της εποχής: Μπορεί να
μεγαλώσαμε και να αγαπάμε ακόμα την κλασική rock αλλά η πραγματική μουσική της γενιάς μου είναι το Punkκαι
η NewWave. Ναι, με δυσκολία θα βάλω
να ακούσω το LondonCallingένα απόγευμα στα καλά καθούμενα, αν όμως τύχει και το ακούσω,
το κορμί μου θα γίνει ξαφνικά πάλι η ρουκέτα των δεκαεπτά μου χρόνων, όταν είχα
την τύχη να δω τους Clashζωντανά για μια και μοναδική φορά. Επειδή μάλιστα είχα και την
τύχη να ζήσω για κάποια χρόνια στο Νησί (ένα είναι το Νησί - το υπόλοιπο λέγεται
Ευρώπη), είχα την αίσθηση ότι ήδη ήμουνα ένας βετεράνος της σκηνής που με τη
γνώση και την εμπειρία της συμμετοχής (που δεν είχα), μπορούσα να ταυτιστώ με
τα νέα (τότε) ρεύματα της AcidHouseκαι της ηλεκτρονικής μουσικής. Έτσι μιλάει και το
Ocean Rain μέσα μου. Και αυτά είναι αρκετά για
να μπει στη
βαλίτσα. Αλλά ας
πω και λίγα λόγια για τον δίσκο… Το OceanRainήρθε στον απόηχο ενός πειραματικού και
απογοητευτικού για τους Bunnymenδίσκου, του Porcupine,
κατά τον οποίο το συγκρότημα δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν είναι Punk, NewWaveή
νέο-ψυχεδελικό σχήμα. Εδώ λοιπόν οι Bunnymenεγκαταλείπουν τους πειραματισμούς
προς όφελος πιο συμβατικών και απλών δομών - Popδηλαδή - και παράγουν τον ωραιότερο
και πιο αξιομνημόνευτο δίσκο της καριέρας τους. Οι κιθάρες έχουν υποτονική υφή και
χρησιμοποιούνται για να κεντήσουν μικρές διακοσμητικές λεπτομέρειες σε μια συλλογή
από δυνατές μελωδίες που προσφέρει ο IanMcCulloch ως συνεισφορά στο άλμπουμ. Εδώ την πρωτοκαθεδρία έχει ο
χορός των έγχορδων φαντασμάτων που σε συνδυασμό με μια υποβλητική παραγωγή καταλήγει σε έναν μουσικό καταρράκτη που σε μένα
θυμίζει το wallofsoundτου PhilSpector,
προσαρμοσμένο στα eighties.
Το
αποτέλεσμα είναι δραματικό και μεγαλειώδες.
Τον δίσκο αυτό οι κριτικοί τον έχουν
χαρακτηρίσει οραματικό - ορόσημο. Η αλήθεια είναι πως είναι συναρπαστικός ο
τρόπος με τον οποίο ο Mayfieldκατακτά τους υψηλούς μουσικούς (και όχι μόνο) στόχους που είχε
θέσει στον εαυτό του πριν την ηχογράφηση του δίσκου. Μια πλημύρα από την πιο γλυκιά
και εύγλωττη soulδιαχύνεται από την αρχή ως το τέλος του δίσκου, με έντονα όμως
τα funkστοιχεία που θα σε κάνουν να σηκωθείς όρθιος - για να τον
ακούσεις καλύτερα! Οι ιδιαίτερες μουσικολογικές φιλοδοξίες του Mayfield και οι ανεπτυγμένες
πολιτικές του ευαισθησίες παρουσιάζονται εδώ με ένα πάντρεμα πλούσιων σε
λεξιλόγιο στίχων και εκτεταμένων μουσικών μορφών για να παράγουν ιδεαλιστικούς πλην όμως εκθαμβωτικούς λυρικούς ύμνους. Η
μουσική είναι ακόμα πιο τολμηρή, με τον Mayfielfdνα επεκτείνει τα ορχηστρικά
μέρη με τη συγκέντρωση και μεταμόρφωση μιας μπάντας studioμουσικών
σε πραγματική soulορχήστρα.
Τραγουδίστρια και συνθέτης η
Audra Mae είναι μικρανήψι της Τζούντι Γκάρλαντ από την πλευρά της μητέρας της
και μεγάλωσε ακούγοντας Countryκαι Jazz.
Από την πατρίδα της την Οκλαχόμα μετακόμισε στο Λος Άντζελες το 2004,
αποφασισμένη για μεγάλα πράγματα. Εκεί κατάφερε και υπέγραψε συμβόλαιο με τη
Warner Chappell και ξεκίνησε στη δισκογραφία με μια διασκευή του Dylan με τίτλο
Forever Young για το soundtrack της σειράς FX Sons of Anarchy. Το 2009, το Who
I Was Born to Be που συνυπέγραψε με το σουηδικό συγκρότημα Play Production συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ της SusanBoyle, νικήτριας του
βρετανικού Who’sGotTalent, που πούλησε εννέα
εκατομμύρια αντίτυπα. Τα τραγούδια της Mae είναι ένας επιτυχημένος συνδυασμός Pop και Americana με επιρροές
από Rock, Blues, Countryκαι Folk. Αυτό το πρώτο άλμπουμ της
Maeδιαθέτει
ηλιόλουστες μελωδίες, πληθωρικά φωνητικά αλλά και μια διάχυτη λυρικότητα που
υπαινίσσεται μικρά συναισθηματικά σκοτάδια. Τα τραγούδια του Lamb στην
πραγματικότητα είναι ως επί το πλείστον απεγνωσμένα, αλλά η καθαρή, λιτή, altoφωνή
της Mae, σε συνδυασμό με τις ακουστικές ενορχηστρώσεις και το ηχητικό βάθος
εμποδίζουν τον δίσκο να περιπλανηθεί σε ζοφερά μονοπάτια.
Το τελευταίο άλμπουμ των Crime & TheCitySolution (πριν την επανένωση τους
το 2013) αποδείχθηκε ότι ήταν το καλύτερο τους. Διατηρώντας την σπίθα του
παρελθόντος ο δίσκος αυτός αποτελεί μια συνεχόμενη μετάβαση μεταξύ ενός υπόγειου
country-rock και blues-rockπασπαλισμένη με ατελείωτα σκληρά γρατζουνίσματα
της ηλεκτρικής κιθάρας. Η συλλογική διάθεση και το στυλ του συγκροτήματος
μετατρέπουν το άλμπουμ στον πλουσιότερο ακουστικά και πιο ελκυστικό δίσκο τους,
όπου τα πάντα είναι λίγο περισσότερο πειραγμένα, οι εντάσεις είναι υψηλότερες και
το γενικότερο κλίμα δεν απηχεί καταστροφή αλλά αφθονία… Ο MickHarveyμιμείται
τον φίλο του NickCaveή του υποδεικνύει την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε τη
δεκαετία που μόλις ξεκίναγε;
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς
ότι οι Cure θα μπορούσαν
να κυκλοφορήσουν ένα άλμπουμ τόσο διαφορετικό από το αμέσως προηγούμενο ThreeImaginaryBoys, αλλά το SeventeenSeconds είναι η απόδειξη. Πριν
την ηχογράφηση το συγκρότημα άλλαξε lineup: Ο μπασίστας MichaelDempsey εκδιώχθηκε, ο SimonGallup σταθεροποιήθηκε στο
συγκρότημα, και προστέθηκε στα πλήκτρα ο MathieuHartley. Ως αποτέλεσμα το συγκρότημα
απέκτησε έναν πιο άκαμπτο και συμπαγή ήχο, και πιο πειθαρχημένο στυλ. Το SeventeenSeconds είναι το πρώτο
άλμπουμ μιας τριλογίας που συνεχίζει με το Faithκαι κλείνει με το Pornographyμε
την οποία το συγκρότημα εγκαταλείπει το Post-PunkNewWaveκαι περιπλανιέται στους σκοτεινούς διαδρόμους του Goth. Μια εξαιρετική δουλειά μεταμόρφωσης,
με κομμάτια που ακόμα και σήμερα μεταδίδουν φρεσκάδα λες και γράφτηκαν τώρα…
Επιπλέον, με τον δίσκο αυτό το συγκρότημα και ο RobertSmithειδικότερα
δείχνει να ωριμάζει, να αποστασιοποιείται από το punkκαι να
αποκτά το εντελώς δικό του ύφος.
H Christine Perfect ήταν μεγάλη fan των Fleetwood Mac όταν ήταν ακόμα η Christine Perfect και έγραφε blues-rock επιτυχίες για
τους Chicken
Shack. Κάποια στιγμή προσκλήθηκε να παίξει με τους Macστο
δεύτερο άλμπουμ τους. Εκεί συνάντησε τον μπασίστα JohnMcVie, ένα από τα δύο σταθερά
μέλη των FleetwoodMacκαι μετέπειτα σύζυγο της. Όπως ήταν αναμενόμενο η ChristinePerfectάφησε
τους ChickenShackτο 1969 και εντάχθηκε στους FleetwoodMacως
ChristineMcVieτο 1970. Ενδοάμεσα, πρόλαβε να ηχογραφήσει έναν προσωπικό
δίσκο, με τίτλο… ChristinePerfect!
Το άλμπουμ αυτό, ενώ δεν είναι ένας δίσκος των FleetwoodMac, κατά έναν περίεργο τρόπο
αποτελεί γέφυρα μεταξύ των Macτου PeterGreen,
που έπαιζαν καθαρό βρετανικό blues-rockκαι
των Macπου έγιναν μια από τις κορυφαίες popμπάντες των 70s με το Rumours. Η ChristinePerfectαγαπούσε
τα blues, όπως έδειξε η
πορεία της στους ChickenShackκαι αγαπούσε τον ήχο του PeterGreen. Και γι αυτόν τον λόγο το bluesfeelingυπάρχει
εδώ διάχυτο, όπως όμως διαφαίνεται και η πιο lightpopαισθητική. Αν και περιέχει μόνο πέντε
originalκομμάτια το άλμπουμ πραγματικά ανοίγει τον δρόμο της μετάβασης
των Fleetwood Mac από το blues-rockστην
pop-rock και είναι βέβαιο ότι αργότερα η Stevie Nicks δεν θα ήταν σε θέση να
ταιριάξει στους Mac
χωρίς τον ήχο της μουσικής της McVie. Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε το 1976 με τίτλο
ChristineMcVie– TheLegendaryChristinePerfectAlbum
(!), ενώ υπάρχει ακόμα και μια συλλογή με τίτλο TheCompleteBlueHorizonRecordsμε
ολόκληρο τον δίσκο σε remasteredέκδοση
(πλην του I’dRatherGoBlind) συν κάποια live.
Πηγή: Maggie
Felisberto’s Blog 1) I'm On My Way
https://www.youtube.com/watch?v=3mKzoYYXSPI 2) Crazy 'bout You Baby
https://www.youtube.com/watch?v=0Ec1HAI5SNI 3) I'd Rather Go Blind
Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον set που κυκλοφόρησε ως το
soundtrack για την γαλλική ταινία Les Liaison Dangereuses, του Roger Vadim με τους Jeanne Moreau και Gerard Phillipe. Η πλειοψηφία αυτών των κομματιών ουσιαστικά ηχογραφήθηκε από
τον drummer Art Blakey
και τους Messengers sτα μέσα του 1959 με τρομπετίστα τον Lee Morgan,
τον Barney
Wilen στο τενόρο σαξόφωνο, τον πιανίστα Boby
Timmons, τον μπασίστα Jymie Merrit και άλλους. Ο Blakeyενώνει το σύνολο με τα εκρηκτικά του
drums. Σε γενικές
γραμμές, η μουσική καταφέρνει εξαιρετικά να σταθεί και μόνη της, χωρίς να
αποτελεί μουσική συνοδεία μιας ταινίας, καθώς στην πραγματικότητα δεν είναι η
μουσική της ταινίας, αλλά ένα μέρος αυτής! Αρχικά είχε ανατεθεί στον TheloniousMonkνα
γράψει τη μουσική και να την ηχογραφήσει ενώ θα βρισκόταν σε περιοδεία στην
Γαλλία. Η περιοδεία ακυρώθηκε και ο Monkηχογράφησε
κάποια κομμάτια που παίχτηκαν στο film στη Νέα Υόρκη. Έτσι, για τις σκηνές με την Jazzμπάντα
χρησιμοποιήθηκαν οι Messengers,
μόνο που στην ταινία ονομάζονται TheAfroCubanBoys!
Πηγή: Scott Yanow, AllMusic – Keep It Swinging
Blogspot
Αυτός είναι ένας περίεργος δίσκος
καθώς φανερώνει τον Django Reinhardt που θα μπορούσε να είναι… Και αυτό γιατί
ηχογραφήθηκε μόλις δύο μήνες πριν από το θάνατό του από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Με ένα γαλλικό bopσχήμα να κρατάει εξαιρετικά τον ρυθμό, ο Reinhardtπροσαρμόζεται
ανάλογα, διατηρώντας σε όλη τη διάρκεια τα διάφορα μουσικά ιδιώματα της μπάντας,
ενώ επιτρέπει στον εαυτό του να επιχειρεί μια αφθονία τσιγγάνικων διαδρομών
καθώς και εκείνες τις μοναδικές του αρμονικές στροφές στις φράσεις. Αιχμηρές επιθέσεις,
γρήγορες διαδρομές, βιμπράτο, και μια υψηλά τονισμένη ηλεκτρική κιθάρα του επιτρέπουν
να σκιαγραφήσει τις συνθέσεις με μια Les Paul - πολύ πιο καθαρά από ό, τι οι
ακουστικές ηχογραφήσεις του. Αναμφίβολα, ο Reinhardt θα είχε ηγετική και διακριτή
θέση, στη mainstream bop εάν είχε ζήσει και περιοδεύσει εκτός Γαλλίας. Θα
μπορούσε επίσης να παίξει τα blues πειστικά αν και με ένα δικό του swingingτρόπο.
Παρ όλα αυτά, υπάρχει ένας τόνος μελαγχολίας που διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος
του δίσκου. Θα μπορούσε κανείς να διαισθανθεί ένα προμήνυμα για τον επικείμενο
θάνατο του καλλιτέχνη. Ο δίσκος εκδόθηκε σε δίσκους 10 ιντσών τη δεκαετία του
1950, ενώ σε CD βγήκε στις αρχές της δεκαετίας του '90, καθώς οι ηλεκτρικές
αυτές συναντήσεις του Reinhardtδεν έχουν λάβει τη δέουσα προσοχή από τους ιστορικούς της μουσικής.
Είναι όμως απόλυτα απαραίτητες για μια συνολική αντίληψη της μουσικής του.
Οι GogolBordello είναι ένα συγκρότημα
που δείχνει πως δεν θα σταματήσει να τρέχει ποτέ. Δίσκο με το δίσκο και
συναυλία με τη συναυλία, ο EugeneHutz
και η ομάδα του (που την αποτελούν ενθουσιώδεις και αναμαλλιασμένοι τσιγγάνοι),
συνεχίζουν να δημιουργούν απίστευτα εφευρετική, προκλητική, έξυπνη, βραχνή
μουσική που αρνείται να κατηγοριοποιηθεί και δεν περιορίζεται σε στυλ. Το
ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο στοιχείο είναι ότι οι GogolBordello δεν προσπαθούν να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από το πλήθος,
προκειμένου να περιορίσουν το κοινό τους ή να προσελκύσουν μόνο μια επίλεκτη -
περιθωριακή - ομάδα ανθρώπων και θαυμαστών. Αντίθετα, υιοθετώντας τόσες πολλές διαφορετικές
μουσικές φόρμες - την κλασική πια γι αυτούς τσιγγάνικη μουσική που ενίοτε την
παντρεύουν με dub, punk, flamenco, tarantella, και reggae- διευρύνουν
τη γοητεία τους, επιδιώκοντας παγκόσμια απήχηση που πράγματι ξεπερνάει πια
πολλά γεωγραφικά και πολιτιστικά σύνορα. Προφανώς, αυτό είναι αποτέλεσμα της καθαρής
(πούρας) μορφής που έχει η μουσική τους, σε αντίθεση με την ομογενοποιημένη και
ασφυκτικά περιορισμένη μορφή των σύγχρονων παραγωγών. Έτσι, καταφέρνουν να
βγαίνουν προς τα έξω με μια εξαιρετική δύναμη, που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο
από καθαρό rock’n’roll! Με τον τρόπο τους οι GogolBordello(και
κυρίως ο ίδιος ο EugeneHutzπου είναι μετανάστης ο ίδιος), μας καλούν να προχωρήσουμε
πέρα από τον εαυτό μας και τους πολιτιστικούς μας περιορισμούς και να
κοιτάξουμε προς μια διεθνή κοινωνία, όπου ο τόπος γέννησης και η οικογενειακή
προέλευση είναι μόνο δύο από τα πολλά στοιχεία αυτοπροσδιορισμού.
Μουσικολογικά, το άλμπουμ αποτελείται από ένα συνηθισμένο μείγμα Gogol Bordello:
ρέμπελοι τσιγγάνικοι ρυθμοί, γρήγορα βιολιά, φρενήρες ακορντεόν και δυνατές
κιθάρες. Υπάρχει όμως και μια έντονη μελωδικότητα, πιο έντονη από ό, τι στα προηγούμενα
άλμπουμ της μπάντας. Επίσης, μια υπόγεια σκοτεινή διάθεση που υπαινίσσεται τα
προβλήματα του κόσμου που τραγουδά ή που εμπνέουν τον Hutzχωρίς να
υποκύπτει όμως σε αυτά, εις βάρος της δύναμης και του χορού. Έτσι, η ένταση στη
φωνή του και η μουσική συνδυάζονται για να εκφράσουν τον αγώνα όλων των
ανθρώπωνενάντια σε ότι τους κρατά πίσω
ή τους υποτάσσει. Αυτή είναι τελικά και η πραγματική ικανότητά του Hutz: να μεταφέρει την κοινή
ανθρώπινη εμπειρία, ανεξάρτητα από τη φυλή, το φύλο, την εθνικότητα, ή ακόμη
και τη γλώσσα. Πράγματι, η γλώσσα και η μορφή κατά αυτόν τον τρόπο έχουν
περιορισμένη σημασία για να μεταφέρει το μήνυμα του και είτε τραγουδάει Αγγλικά
είτε Ουκρανικά, είτε χοροπηδάει με punkή λικνίζεται με μια ρώσικη μελωδία, η
πρόθεσή του, οι ιδέες του, το πάθος του γίνονται πάντα κατανοητά. Το SuperTaranta! είναι το αποκορύφωμα
μιας θαυμάσιας μουσικότητας, αστείρευτης ενέργειας, μιας έμφυτης αίσθησης της
διασκέδασης αλλά ταυτόχρονα και μια δέσμευση απέναντι στην πρόοδο και την
καινοτομία. Επίσης είναι ένα άλμπουμ για γιορτή και χορό. Γιατί η μουσική
πρέπει να είναι και τέτοια: ξεσηκωτική!
Πηγή: Marisa Brown, AllMusic Επιλεγμένα Τραγούδια: 1) Wanderlust King
Δώδεκα χρόνια μετά τη διάλυση τους
οι Robert Forster και Grant McLennan επανασυνδέθηκαν για να δημιουργήσουν τους Go-Betweensτης νέας
χιλιετηρίδας… Το FriendsofRachelWorth αποτελεί το έβδομο άλμπουμ του συγκροτήματος από το Brisbane
της Αυστραλίας που ξεκίνησε το 1978. Αν και οι κριτικοί δεν καλοείδαν το
άλμπουμ, με την έννοια ότι δεν αποτελούσε συνέχεια του συγκροτήματος από το
σημείο που είχαν σταματήσει, εντούτοις η προσωπική μου άποψη είναι ότι υπάρχει
και συνέχεια και αλλαγή (continuityandchange).
Άλλωστε, είχαν μεσολαβήσει αρκετά χρόνια και αρκετά συγκροτήματα είχαν παρουσιαστεί
που άλλαξαν το ύφος και το στυλ της indiepop. Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, λόγος να επανέρχεται ένα
συγκρότημα στο προσκήνιο αν δεν έχει να συνεισφέρει κάτι νέο – αλλά αντίθετα
παραμένει προσκολλημένο στις παλιές του συνταγές. Και αυτό νομίζω φαίνεται
τελικά στο άλμπουμ. Αν και τα έγχορδα (βιολί και βιόλα) που αποτελούσαν αναπόσπαστο
στοιχείο των τελευταίων άλμπουμ τους εμφανίζονται σποραδικά, αυτό δεν συνθέτει
ένα σημαντικό στοιχείο αλλαγής από τον προηγούμενο χαρακτηριστικό ήχο του
συγκροτήματος. Εδώ θα βρούμε μια πιο ποιητική, σχεδόν νωχελική pop, αρκετά διαφορετική από
την κολλεγιακή διάθεση των πρώτων χρόνων του συγκροτήματος, η οποία τραγουδιέται
(σχεδόν ομιλείται) με φωνητικά παρόμοια με του Lou Reed και υφαίνεται με
υπέροχες μελωδίες των οποίων η γοητεία ξετυλίγεται με επανειλημμένες ακροάσεις.
Οι «γυμνές» κιθάρες και τα τύμπανα προδίδουν μερικές ακόμα από τις επιρροές της
μπάντας (VelvetUnderground,
PattiSmith) και το γενικό folk-pop αποτέλεσμα είναι πανέμορφο με τους μισό-απαγγελλόμενους
στίχους να ρέουν μέσα στη μελωδία.